Μεταβείτε στην αρχή των περιεχομένων της σελίδας.
Βρίσκεστε στο

Γλωσσάριο όρων

Το γλωσσάριο περιέχει ορισμούς όρων που χρησιμοποιούνται στο Lingu@net Europa. Δεν επιδιώκει την πλήρη κάλυψη της ορολογίας. Οι ορισμοί που δίνονται καλύπτουν συγκεκριμένες απορίες χρηστών.


MOO
Μπορούμε να περιγράψουμε το MOO (Multi-User-Domain Object Oriented) ως ένα είδος διαδικτυακού παιχνιδιού, κατά το οποίο οι παίκτες χτίζουν το δικό τους περιβάλλον και επικοινωνούν με άλλους ‘παίκτες’. Κάποια MOO είναι σχεδιασμένα ειδικά για την εκμάθηση ξένων γλωσσών.
Αξιόπιστο
Ένα αξιόπιστο γλωσσικό τεστ ή άλλο εργαλείο αξιολόγησης καταλήγει στα ίδια αποτελέσματα αν επαναληφθεί με την ίδια ομάδα, ανεξάρτητα από το ποιος βαθμολογεί το τεστ. Κανένα τεστ δεν μπορεί να είναι παντελώς αξιόπιστο, υπάρχουν, όμως, καλά τεστ με αρκετά υψηλή αξιοπιστία.
Αρχάριο
Ο όρος αρχάριο αναφέρεται στα επίπεδα Α1 και Α2, όπως αυτά καθορίζονται στην Κλίμακα Επιπέδων Γλωσσομάθειας του Κοινού Ευρωπαϊκού Πλαισίου Αναφοράς για τις Γλώσσες. Σημειώστε ότι, μερικές φορές, το εκπαιδευτικό υλικό κατατάσσεται στο αρχάριο επίπεδο με βάση διαφορετικούς ορισμούς.
Αυθεντικό υλικό
Πόροι στη γλώσσα-στόχο, οι οποίοι θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για εκμάθηση και διδασκαλία της γλώσσας, αν και δεν είναι σχεδιασμένοι για το σκοπό αυτό, π.χ. εφημερίδες, δελτία καιρού, προγράμματα, οδηγοί για μουσεία ή πινακοθήκες. Σημειώστε ότι δεν είναι ανάγκη να καταλαβαίνετε όλες τις λέξεις, για να πάρετε τις πληροφορίες που θέλετε!
Γλώσσα-πηγή
Γλώσσα-πηγή είναι η γλώσσα στην οποία παρουσιάζεται το εκπαιδευτικό υλικό ή ο πόρος. Είναι ευκολότερο να χρησιμοποιείτε πόρους σε μια γλώσσα-πηγή που σας είναι ήδη γνωστή. Για παράδειγμα:
  1. Ένας ιστότοπος για εκμάθηση φινλανδικών από γερμανόφωνους, στον οποίο η γραμματική και το λεξιλόγιο εξηγούνται στα γερμανικά: φινλανδικά = γλώσσα-στόχος, γερμανικά = γλώσσα-πηγή.
  2. Ένα αγγλο-ισπανικό λεξικό: αγγλικά = γλώσσα-πηγή, ισπανικά = γλώσσα-στόχος.
  3. Ένα ερευνητικό άρθρο γραμμένο στην ολλανδική γλώσσα με θέμα τη διδασκαλία της γαλλικής σε παιδιά: ολλανδικά = γλώσσα-πηγή, γαλλικά = γλώσσα-στόχος.

Γλώσσα-στόχος
Γλώσσα-στόχος είναι η γλώσσα που κάποιος θέλει να μάθει ή προς την οποία μεταφράζει κάτι. Επίσης, στο πλαίσιο του Lingu@net Europa, γλώσσα-στόχος είναι η γλώσσα για τη διδασκαλία της οποίας ένας ιστότοπος έχει σχεδιαστεί ή στην οποία αναφέρεται.
  1. Ένας ιστότοπος για εκμάθηση φινλανδικών από γερμανόφωνους, στον οποίο η γραμματική και το λεξιλόγιο εξηγούνται στα γερμανικά: φινλανδικά = γλώσσα-στόχος, γερμανικά = γλώσσα-πηγή.
  2. Ένα αγγλο-ισπανικό λεξικό: αγγλικά = γλώσσα-πηγή, ισπανικά = γλώσσα-στόχος.
  3. Ένα ερευνητικό άρθρο γραμμένο στην ολλανδική γλώσσα με θέμα τη διδασκαλία της γαλλικής σε παιδιά: ολλανδικά = γλώσσα-πηγή, γαλλικά = γλώσσα-στόχος.

Δεξιότητα
Η γνώση μιας γλώσσας φαίνεται σε διαφορετικές δραστηριότητες, όπως είναι η κατανόηση και η παραγωγή γραπτού και προφορικού λόγου. Αυτές ονομάζονται δεξιότητες. Η γνώση της γραμματικής και του λεξιλογίου μπορούν, επίσης, να θεωρηθούν ως ξεχωριστές δεξιότητες, παρά το ότι συνδέονται άμεσα με άλλες δεξιότητες. Το ίδιο συμβαίνει και για την προφορά και την ορθογραφία, οι οποίες μπορούν να θεωρηθούν ως ξεχωριστές δεξιότητες της παραγωγής προφορικού και γραπτού λόγου αντίστοιχα. Κοινωνικο-πολιτισμικές και λειτουργικές δεξιότητες είναι η ικανότητα στη χρήση μιας γλώσσας με τον κατάλληλο, από πολιτισμικής και κοινωνικής άποψης, τρόπο.
Έγκυρο
Ένα γλωσσικό τεστ ή άλλο εργαλείο αξιολόγησης είναι έγκυρο, όταν μετρά αυτό που υποτίθεται ότι πρέπει να μετρήσει. Αν και κανένα τεστ δεν μπορεί να είναι απολύτως έγκυρο, τα καλά τεστ έχουν υψηλό δείκτη εγκυρότητας.
Επίπεδο
Η γνώση μιας γλώσσας κυμαίνεται από την αναγνώριση μερικών λέξεων μέχρι την ικανοποιητική και αποτελεσματική επικοινωνία σε μια σειρά απαιτητικών καταστάσεων. Το μονοπάτι αυτό μπορεί να χωριστεί σε βαθμίδες που ονομάζονται «επίπεδα», όπως αρχάριο, μέσο και προχωρημένο.
Λέξεις-κλειδιά
Οι πιο σημαντικοί όροι ή φράσεις.
Μέσο
Ο όρος μέσο αναφέρεται στα επίπεδα Β1 και Β2 όπως αυτά καθορίζονται στην Κλίμακα Επιπέδων Γλωσσομάθειας του Κοινού Ευρωπαϊκού Πλαισίου Αναφοράς για τις Γλώσσες. Σημειώστε ότι, μερικές φορές, το εκπαιδευτικό υλικό κατατάσσεται στο μέσο επίπεδο με βάση διαφορετικούς ορισμούς.
Ουσιαστικό
Μια λέξη που αναφέρεται σε ένα πράγμα, ένα πρόσωπο ή μια αφηρημένη έννοια, π.χ. αυτοκίνητο, κόρη, φιλία.
Παιχνίδια ρόλων
Εκπαιδευτική δραστηριότητα, κατά την οποία κάποιος υποδύεται ένα ρόλο, με στόχο να χρησιμοποιήσει διάφορες γλωσσικές δεξιότητες.
Πρόθημα
Μία ή περισσότερες συλλαβές που μπορούν να προστεθούν στην αρχή μιας λέξης, δημιουργώντας νέα λέξη, για παράδειγμα ξε- ή ξανα- στα ξεκάνω ή ξαναγράφω.
Προχωρημένο
Ο όρος προχωρημένο αναφέρεται στα επίπεδα Γ1 και Γ2, όπως αυτά καθορίζονται στην Κλίμακα Επιπέδων Γλωσσομάθειας του Κοινού Ευρωπαϊκού Πλαισίου Αναφοράς για τις Γλώσσες. Σημειώστε ότι, μερικές φορές, το εκπαιδευτικό υλικό κατατάσσεται στο προχωρημένο επίπεδο με βάση διαφορετικούς ορισμούς.
Ρήμα
Μια λέξη που αναφέρεται σε κάποια ενέργεια ή σε κάποιο γεγονός, π.χ. τρέχω , μαθαίνω , ονειρεύομαι.
Συνεργατική Μάθηση
Δύο άνθρωποι μαθαίνουν ο ένας τη γλώσσα του άλλου με συχνές συναντήσεις ή ανταλλαγή ηλεκτρονικών μηνυμάτων, τηλεφωνημάτων κ.λπ. Πότε χρησιμοποιούν τη μια γλώσσα και πότε την άλλη.
Συνώνυμο
Μια λέξη η οποία σημαίνει (περίπου) το ίδιο με μια άλλη λέξη, για παράδειγμα τρελός = παλαβός.
Σωματοκινητικός τύπος
Ο κάθε άνθρωπος μαθαίνει ξένες γλώσσες με το δικό του τρόπο. Ο σωματικινητικός τύπος προτιμά να μαθαίνει μέσω της σωματικής κίνησης και της ενεργού συμμετοχής.